παρακλήτου

παρακλήτου
παράκλητος
called to one's aid
masc/fem/neut gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • параклитов — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  (τοῦ παρακλήτου) утешителев …   Словарь церковнославянского языка

  • параклитъ — ПАРАКЛИТ|Ъ (5*), А с. παροκλητος Утешитель (о третьем лице Троицы, Святом Духе): Грѧдѣте поклонимъсѧ. грѧдѣте помолимъсѧ… начала и власти слѹжать б҃ѹ ѡц҃ю нб҃сьномѹ и с҃нѹ сбезъначалнѹ. и ст҃омѹ д҃хѹ параклитѹ. СбЯр XIII2, 205; тож(д)е оканьныи… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • εφοδηγώ — ἐφοδηγῶ, έω (ΑΜ) είμαι οδηγός τού δρόμου μσν. αρχ. (ενεργ. και παθ.) (και για πνευματικούς οδηγούς) «ἐφοδηγούμενοι ὑπὸ τοῡ παρακλήτου», Ιγνάτ. Θεοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ὁδηγῶ] …   Dictionary of Greek

  • συμπαράκλητος — ον, Α εκκλ. αυτός που είναι μαζί με τον Παράκλητο, που συνοδεύει τον Παράκλητο («ὡς αὐτοῡ τοῡ Κυρίου Παρακλήτου ὄντος καὶ τοῡ πνεύματος τοῡ ἁγίου συμπαρακλήτου ὄντος ὁμοίως», Επιφάν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + Παράκλητος «προσωνυμία τού Αγίου… …   Dictionary of Greek

  • Αττικής, Ιερά Μητρόπολη — Έχει έδρα την Κηφισιά και στη δικαιοδοσία της υπάγονται οι περιοχές Κηφισιάς, Εκάλης, Αμαρουσίου, Μεταμόρφωσης, Αχαρνών (Μενιδίου), Άνω Λιοσίων, Ιλίου, Πετρούπολης, Καματερού, Νέας Μάκρης Μαραθώνα, Καπανδριτίου Ωρωπού, στις οποίες υφίστανται… …   Dictionary of Greek

  • ИОАНН РУССКИЙ — Мощи прав. Иоанна Русского в ц. прав. Иоанна Русского в г. Прокопи на о ве Эвбея Мощи прав. Иоанна Русского в ц. прав. Иоанна Русского в г. Прокопи на о ве Эвбея [греч. ᾿Ιωάννης ὁ Ρώσσος] (ок. 1690 1730), прав., исп. (пам. 27 мая). Род. в… …   Православная энциклопедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”